Monday, June 8, 2020

Προοίμιον

Το Κεφάλι του Βασιλιά
Λυκαυγές

Στις Ελληνίδες και στους Έλληνες του τόπου μου

Μέρος πρώτο


 
Προοίμιον: Σαλαμίνα 7η ισταμένου Βοηδρομιών ( 22 Σεπτεμβρίου 480π.Χ)

Ο πρωινός φθινοπωρινός άνεμος έγλειφε τα βρεγμένα ξύλα διαπερνώντας τις κυπριακές νήες. Δίπλα τα πλοία της Αιγύπτου λικνίζονταν άβολα για τους ναύτες και τους στρατιώτες που βρίσκονταν πάνω τους. Τα ψηλά ισχυρά σκάφη που διαφέντευαν την ανοικτή θάλασσα της Ανατολικής Μεσογείου βίωναν στα σκαριά τους την τραχύτητα των Αιγαιοπελαγίτικων κυμάτων.

Τα πλοία από τη Σαλαμίνα της Κύπρου δεν βίωναν τέτοια ταλαιπωρία. Χαμηλά και μικροκαμωμένα είχαν αποκτήσει τη φήμη που τα συνόδευε δύο γενιές τώρα ως τα πλοία των δαιμόνων. Δεινοί πειρατές οι Σαλαμίνιοι όριζαν το βόρειο πέρασμα ανάμεσα στην Κιλικεία και την Κύπρο συγκρουόμενοι ουκ ολίγες φορές με τα πλοία του Βασιλιά των Βασιλέων. Οι Σαλαμίνιοι ήταν οι πιο έμπειροι από τα πληρώματα του μεγάλου στόλου. Οι μοναδικοί που είχαν συμμετάσχει σε νικηφόρα ναυμαχία τα τελευταία δέκα έτη. Η καταγωγή τους και η πρόσφατη ιστορία όμως τους είχε καταδικάσει σε δευτερεύοντα ρόλο στο αριστερό κέρας του στόλου δίπλα από την Κυνοσούρα. Δεν θα λάμβαναν μέρος στη ναυμαχία που θα καθόριζε τον ρου της ιστορίας για τις γενεές που θάρχονταν.

Τα πλοία της Σαλαμίνας συνόδευσαν τα μεγάλα Αιγυπτιακά πλοία στην κίνηση αποκλεισμού του ελληνικού στόλου μέσα στο βράδυ. Οι ναύτες δεν μπόρεσαν να κοιμηθούν. Ψιθυριστά οι κωπηλάτες αντάλλαζαν τις βασανισμένες σκέψεις στο πέρασμα της σελήνης. Η τραγική ειρωνεία της παρουσίας τους εκεί, περιπλέοντας το νησί του προπάτορα και ιδρυτή της πόλεως, άφηνε μία ξινή γεύση στα στόματα των έμπειρων πολεμιστών. Πολλοί από αυτούς ήταν οι πρώτοι νέοι κωπηλάτες του στόλου της Σαλαμίνας που ναυμάχησε τους Φοίνικες στα ανοικτά της Αιγιαλούσας τότε. Έξι αιώνες μετά τον Τεύκρο και τα τοπωνύμια απέναντι τους θύμιζαν εκείνη την ακατάλυτη σχέση, την άσβεστη για την οποία κουβαλούσαν τις ουλές πάνω στα σώματα και τα πρόσωπα τους.
«Είναι όπως την Σκυλλούρα» ψέλλισε χαμηλόφωνα ένας νεαρός κωπηλάτης από την Βόννη.
«Μιλάτε σιγά» ακούστηκε η γεμάτη τρυφερότητα φωνή του πολέμαρχου με τα ασημένια μαλλιά.
Πάνω στα κουπιά οι υπόλοιποι άντρες γύρισαν το βλέμμα τους στον άντρα που έλεγαν Ευξίφιο. Με αδιόρατα νεύματα των ματιών και των φρυδιών χαιρέτισαν τον άντρα με την λευκή στολή. Το λυκαυγές φώτιζε την λωρίδα της γης που ήταν σαν ουρά σκύλου και τον στόλο μέσα στον κόλπο. Η θάλασσα είχε γεμίσει ξάρτια. Ο στόλος του Μεγάλου Βασιλιά απλωνόταν στα δεξιά ώσπου έφτανε το μάτι. Απέναντι μέσα στον κολπίσκο βρισκόταν σε μία γραμμή ο ελληνικός στόλος. Έμοιαζε με εγχείρημα αυτοκτονίας η αντιπαράθεση τόσο λίγων απέναντι σε τόσους πολλούς. Οι Σαλαμίνιοι γνώριζαν καλύτερα. Δέκα χρόνια πριν είχαν βρεθεί στην ίδια ακριβώς θέση στον κάμπο της Μεσαoρίας.

Τα πολεμικά τύμπανα στον στόλο του Μεγάλου Βασιλιά είχαν αρχίσει να μεταδίδουν τα μηνύματα. Ο στόλος ετοιμαζόταν. Μία ναυμαχία χώριζε τον Βασιλιά των Βασιλέων από την τελική νίκη. Η ήττα των Ελλήνων στις Θερμοπύλες είχε ανοίξει την πόρτα για την τελική κατάκτηση. Η Αθήνα ήταν πια μια μακρινή ανάμνηση στάχτης. Και εδώ στον κόλπο της Σαλαμίνας θα κρίνονταν όλα.

Τα πολεμικά τύμπανα χτυπιούνταν δαιμονισμένα. Ο στόλος ευθυγραμμιζόταν για την εφόρμηση. Οι τοξότες λάμβαναν τις θέσεις τους μαζί με τους οπλίτες πάνω στα ειδικά διαμορφωμένα καταστρώματα. Τυπικά οι Σαλαμίνιοι έπραξαν το ίδιο γνωρίζοντας ότι δεν θα λάμβαναν μέρος στη ναυμαχία. Αυτοί που ήταν γνωστοί ως οι δαίμονες της Ανατολικής θάλασσας θα ήταν κομπάρσοι στην μεγαλύτερη σύγκρουση της εποχής.

Το σφύριγμα του αυλού διαπέρασε τα κύματα φτάνοντας το στόλο. Οι Έλληνες ναυτικοί, σε αντίθεση με τους βαρβάρους, είχαν υιοθετήσει τον αυλό ως το μέσον επικοινωνίας ανάμεσα στα πλοία. Ο ήχος του τυμπάνου είχαν βρει να είναι ανεπαρκής στην κλειστή θάλασσα του Αιγαίου. Τα κτυπήματα των κυμάτων στα βράχια ή πάνω στα πλαϊνά του πλοίου, το έμβολο που έσκιζε τη θάλασσα και οι βροντές του άρχοντα των Θεών έμοιαζαν πολύ με αυτό τον ήχο. Είναι γι’ αυτό που ο οξύς σφυρικτός ήχος του αυλού είχε επιλεγεί. Ένας ήχος που δεν μπορούσε να παρερμηνευτεί με κανέναν τρόπο.

Ο ήχος έφτασε στα αυτιά των Κύπριων. Αναγνώρισαν αμέσως το «χορδισμα» του αυλητή. Κάποιοι ανάμεσα τους ορκίστηκαν ότι αναγνώριζαν και το πρόσωπο πίσω από τον ήχο! Ανάμεσα στο πανδαιμόνιο των πολεμικών τυμπάνων που όριζαν την αργή κίνηση προς τα εμπρός, η συντονισμένη απάντηση από όλα τα ελληνικά πλοία έφερε ανατριχίλα στις πλάτες των ναυτών από τη Σαλαμίνα. Πριν από την μεγαλύτερη μάχη, οι αυλητές των ελληνικών πλοίων ετοίμαζαν τους αυλούς τους!

Τα έμπειρα μάτια των Σαλαμίνιων πολεμιστών αναγνώρισαν την κίνηση οπισθοχώρησης των ελληνικών πλοίων στο εσωτερικό του κολπίσκου. Η κίνηση συνοδεύτηκε από τις ιαχές ικανοποίησης στο στόλο του Βασιλέα των Βασιλέων. Τα τύμπανα άρχισαν να χτυπούν πιο βίαια ορίζοντας την συγκρατημένη εφόρμηση προς τον στολίσκο που οπισθοχωρούσε.

Μέσα από το πανδαιμόνιο, ο ήχος του αυλού ακούστηκε κρυστάλλινος. Πρώτα ένας αυλός, φοβερά οικείος στους άνδρες της Βόρειας ακτής, μετά δύο, μετά τρεις , μετά μια θάλασσα αυλών άρχισε να παίζει. Οι νότες έφταναν από τα πλοία απέναντι και έμοιαζαν να κατευθύνονται σαν κεραυνοί πυριφόροι πάνω στα τριάντα τρία πειρατικά πλοία των Σαλαμίνιων της Κύπρου με τα χαμηλά καταστρώματα και τα μεγάλα αναδιπλωμένα πανιά με το ζωγραφισμένο τόξο του Τεύκρου. Πάνω στη ναυαρχίδα του μικρού στολίσκου πρώτος αναγνώρισε το τραγούδι ο Πέρδικας από την Βουκολίδα. Οι Κύπριοι είχαν όλοι επίθετα που είχαν να κάνουν με τις προσωπικές τους ιστορίες. Σχεδόν κανένας δεν άκουε πλέον στο όνομα του. Και ο Πέρδικας από την Βουκολίδα ήταν ο πιο γρήγορος δρομέας στην πόλη του. Σκυμμένος πάνω στο κουπί του, κοίταζε την σειρά των ονομάτων της οικογένειας του που ήταν χαραγμένο πάνω στο ξύλο από την λεύκα. Το κουπί δινόταν από τον πατέρα στο γιο για όσες γενεές κρατούσε. Πάνω του ήταν χαραγμένη η ιστορία τριών γενεών κωπηλατών από την Βουκολίδα. Χαμένος μέσα την κατήφεια, ο Πέρδικας άκουσε τον γνώριμο σκοπό. Αισθάνθηκε τις νότες να τον διαπερνούν και την μελωδία να τον αναταράζει:
«Το τραγούδι του βασιλιά!» αναφώνησε. «Το τραγούδι του βασιλιά!»

Μέσα στον αχό της μάχης που ερχόταν, οι Σαλαμίνιοι αναγνώρισαν τους ήχους. Ο χρόνος σταμάτησε και η συλλογική τους ανάσα έμεινε μετέωρη. Το τραγούδι του βασιλιά! Ο χρόνος-Κρόνος ξετυλιγόταν μέσα τους δαιμονισμένος. Οι χίλιοι πεντακόσιοι περίπου πολεμιστές-κωπηλάτες εκτοξεύτηκαν μεμιάς μέσα στον κάμπο της Μεσαορίας δυτικά της Σαλαμίνας της Κύπρου. Δεν βρίσκονταν πια μπροστά στα κουπιά τους. Η θάλασσα με τα κύματα, τα πλοία που γέμιζαν το στενό, ο αχός τον τυμπάνων έπαψαν να υπάρχουν. Μονάχα ο ήχος εκατοντάδων αυλών τους συνάρπαζε σαν αόρατο χέρι θεϊκό και τους συντρόλιζε μέσα σε ένα άλλο πεδίο μάχης, πιο οικείο, πιο κοντινό στα πάθη της ψυχής τους. Και μέσα στον κάμπο, μέσα στον κουρνιαχτό των αλόγων και των αρμάτων τον έβλεπαν να τρέχει πρώτος προς τον Χάροντα! Και ήταν σαν ημίθεός ο νεαρός βασιλιάς τους με τον πάλλευκο μανδύα του από αλατζιά και την θεόρατη ασπίδα στο χέρι. Το τραγούδι συνεχιζόταν δαιμονισμένο, ήχος πυρρίχειος, πολεμικός. Και οι Σαλαμίνιοι είχαν χαθεί σε μία ομαδική μυσταγωγία που εκτυλισσόταν για αυτούς, μονάχα για αυτούς μία παράσταση της οποίας εκείνοι ήταν αποκλειστικοί ακροατές, ηθοποιοί και ήρωες. Παραληρώντας ανάμεσα τους, κλαίοντας, αφρίζοντας από οργή, βρίζοντας Θεούς και ανθρώπους, οι άνδρες της Σαλαμίνας είχαν ομαδικά παραφρονήσει.

Ο ήχος σταμάτησε απότομα όπως ακριβώς είχε αρχίσει. Η απότομη διακοπή λειτούργησε σαν Ηφαίστειο σφυρί που κτυπά πάνω στον άκμονα. Οι Κύπριοι προσγειώθηκαν απότομα στο εδώ και τώρα στην άκρη ενός παλιρροϊκού κύματος που κινείτο απειλητικά προς τα εμπρός έτοιμο να καταπιεί με βία τις τριήρεις που βρίσκονταν πια λιγότερο από 50 κτυπήματα του κουπιού. Τα ακίνητα πλοία της Σαλαμίνας ήταν  η άκρη ενός διαβήτη που σερνόταν με βία πάνω στο πέλαγο. Τα δακρυσμένα μάτια χίλιων πεντακοσίων ανδρών στην άκρη της θάλασσας δίπλα από την ουρά ενός σκύλου είδαν με δέος την αναστροφή του στόλου απέναντι. Οι αφροί των κυμάτων στις άκρες των κουπιών σηματοδότησαν το απότομο σταμάτημα της οπισθοχώρησης. Είδαν τα κουπιά σαν ένα σώμα να υψώνονται και να βυθίζονται στο πέλαγος και τα πλοία με τα πελώρια μάτια στις πλώρες να ξεπηδούν προς τα εμπρός προς τον στόλο που εφορμούσε. Σχεδόν ταυτόχρονα οι αυλοί ήχησαν με μανία τον πολεμικό σκοπό. Και αυτή τη φορά χιλιάδες στόματα τραγουδούσαν με μία φωνή και η ιαχή ξέσκιζε το πέλαγος, ξέσκιζε τα ξύλινα ξάρτια, ξέσκιζε τα πανιά, ξέσκιζε τον άνεμο, ξέσκιζε το σύμπαν ολόκληρο, μαζί και τις καρδιές των ανδρών από την άλλη Σαλαμίνα:

"Ω παιδιά των Ελλήνων εμπρός!
Ελευθερώστε την Πατρίδα, τα παιδιά, τις γυναίκες, τους ναούς των πατρώων Θεών, τους τάφους των προγόνων.
Τώρα πάνω από όλα ο Αγών!"













No comments:

Post a Comment

Ολύμπια ~ Λύμπια

  (προηγούμενο) Αχαιών Ακτή ~ Κερύνεια Σπάρος ~ Ενιάλιος https://theheadoftheking.blogspot.com/2020/08/blog-post_16.html   Οι Αγώνες ...